ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ
«Ας πούμε την αλήθεια, η μαγική λέξη στη φυλακή είναι η απόδραση», εξομολογήθηκε ένας κρατούμενος και συνέχισε μιλώντας με πάθος για την αγάπη του για το ποδόσφαιρο και τη ζωγραφική... 


Όταν λέμε πως οι φυλακές και η κοινωνία πρέπει να έρθουν πιο κοντά και να επιχειρήσουν ένα αμφίδρομο άνοιγμα, προφανώς δεν εννοούμε αυτό που συμβαίνει στο σωφρονιστικό κατάστημα Κορυδαλλού. 

Στέκεται «απειλητικά» απέναντι από σχολεία και δημοτικά κτήρια, μέσα στις αυλές της γειτονιάς. 

Όχι άδικα, οι κάτοικοι της περιοχής δίνουν αγώνα για την απομάκρυνσή του για λόγους ασφαλείας, χωρίς αυτό απαραίτητα να τους κάνει να αδιαφορούν για τον άλλο αγώνα, εκείνον που δίνουν πολλοί κρατούμενοι προκειμένου να επανενταχθούν κάποια στιγμή πίσω στον κόσμο. 



Του Νικόλα Ακτύπη 

Στο πλαίσιο της συμπλήρωσης 90 χρόνων από την ίδρυση της Προοδευτικής επιχειρείται μια φιλότιμη προσπάθεια για να αποκτήσει ουσία και νόημα αυτή η διαδικασία της δεύτερης ευκαιρίας. «Να γνωριστούμε για να αγαπηθούμε», όπως είπε και ο Νίκος Μάλλιαρης που υλοποιεί την ιδέα της προσέγγισης του «έξω» με το «μέσα». 

Μαζί με άλλους παλαιμάχους της ομάδας που φτιάχτηκε από πρόσφυγες (δηλαδή ανθρώπους που έχουν στο dna τους την απόρριψη όπως τη βίωσαν μετά το μεγάλο ξεριζωμό και την αντιμετώπιση που είχαν στην «Παλιά Ελλάδα») βρέθηκαν στις φυλακές Κορυδαλλού. 

Την προηγούμενη φορά που το έκαναν ήταν πριν από ένα μήνα, όταν και έφαγαν 9 γκολ από την ομάδα των κρατουμένων σε φιλικό παιχνίδι στο γηπεδάκι της φυλακής. Ωστόσο όταν αντάμωσαν ξανά χθες, οι νικητές δεν είχαν διάθεση να «μπιζάρουν» τους αντιπάλους τους. «Τι κάνεις, είσαι καλά;», ρώτησε ένας από αυτούς τον Γιάννη Φουράκη. 

Στο παιχνίδι που λέγαμε, είχε αναλάβει το μαρκάρισμά του και του είχε σκάσει μία... καλή που τη θυμόταν ακόμα ο βετεράνος ποδοσφαιριστής. «Μα είσαι παιχταράς και όλο ψαλιδάκια έκανες. 

Πώς να σε σταματούσα...», δικαιολογήθηκε με χαμόγελο. 



Σύντομα η αίθουσα του σχολείου των φυλακών γέμισε. Αυτή τη φορά οι παλαίμαχοι δεν ήταν μόνοι τους. 

Είχαν μαζί τους κι έργα τέχνης, πίνακες φιλοτεχνημένους από γνωστούς ζωγράφους, με θέμα το ποδόσφαιρο. Και λίγο αργότερα άρχισε η κουβέντα, χωρίς συμβουλές και νουθεσίες, δίχως ελεύθερους και φυλακισμένους, αλλά μεταξύ ανθρώπων που αποφάσισαν να μιλήσουν για πράγματα που τους ενώνουν. 

Την μπάλα, τη ζωγραφική και τα προβλήματά τους. 

Περπατώντας στους διαδρόμους έβλεπες τα έργα των ίδιων των τροφίμων. Λαϊκές τεχνοτροπίες, αφτιασίδωτες. 

Λες και οι νότες του ρεμπέτικου είχαν ξεπηδήσει από τις χορδές του μπουζουκιού και βρέθηκαν επάνω σε καμβάδες. 

Λίγο δίπλα τους μπήκαν έργα του Παπανελόπουλου, του Διονυσόπουλου, του Οικονομίδη, της Μαίρη Παπαϊωάννου (συζύγου του Μίμη), του Σάμιου και του Ζουμπουλάκη. 

Ο τελευταίος μπόρεσε να διαπιστώσει το ταλέντο των ερασιτεχνών συναδέλφων του καθώς αποδέχτηκε την πρόσκληση κι έδωσε το «παρών». «Τελώ υπό το κράτος μιας συγκίνησης και έκπληξης. 

Δεν μου είχε τύχει ξανά. 

Πρώτη φορά εκτίθενται έργα μου σε φυλακή» εξομολογήθηκε με σεμνότητα. Η σωστή όσμωση απαιτεί αμφίδρομη σχέση. «Κάποια πράγματα, όπως η ζωγραφική, δεν ερμηνεύονται με λόγια αλλά μόνο με την όραση και την παρατήρηση», συνέχισε. 



Κάποιος παρατήρησε στον πίνακα «Δόξα Βύρωνα» τη γειτονιά που μεγάλωσε, από μια λεπτομέρεια του έργου. 

Μια ξεβαμμένη διαφήμιση στο μαντρότοιχο, την οποία είχε αποτυπώσει ο καλλιτέχνης. 

Εξηντάρης πια, συγκινήθηκε. Αλλά η ατμόσφαιρα δεν πρόλαβε να βαρύνει. Αναγνώρισε στο πάνελ τον παλιό επιθετικό της «Προο», Χρήστο Ξανθόπουλο κι ανακάλεσε στη μνήμη του την περίοδο που μάζευε χαρτάκια των ομάδων, με εκείνο της Προοδευτικής να είναι το πιο σπάνιο. «Μια μέρα, δεν θυμάμαι πώς, βρέθηκα να έχω 20 δραχμές στην τσέπη. 

Πήγα κι αγόρασα ένα ολόκληρο κουτί γκοφρέτες. Ευτυχώς το πέτυχα εκεί μέσα», συμπλήρωσε χαμογελώντας ο Νίκος Σημάκος. 



Φαινομενικά αταίριαστα μεταξύ τους, τέχνη-ποδόσφαιρο-φυλακή, βρήκαν κοινό τόπο στην απόδραση. «Ας μην γελιόμαστε, εδώ μέσα αυτή είναι η μαγική λέξη», ξεκαθάρισε με ειλικρίνεια ένας άλλος. «Εδώ κοιταζόμαστε στα μάτια. 

Για να δείξουμε ευγένεια πολλές φορές δεν λέμε την αλήθεια, αλλά έτσι δεν κάνουμε τίποτα», θα πει αργότερα ο διευθυντής του καταστήματος κράτησης, Χριστόφορος Γιαννακόπουλος, λες και έδινε ετεροχρονισμένα την απάντησή του.

Ο ίδιος πάντως, έπαιξε για πολλή ώρα «μαν του μαν» τον Τάκη Λουκανίδη ο οποίος παρευρέθηκε επίσης στην εκδήλωση και εκτός από τις ιστορίες του, μοίρασε και αντίτυπα της αυτοβιογραφίας του. 



Πίσω στην απόδραση, κουβέντα στην κουβέντα, φτάσαμε στο συμπέρασμα πως η ζωγραφική είναι ελευθερία. Ένας τρόπος έκφρασης του πνεύματος, που σε αντίθεση με το κορμί, δεν περιορίζεται. 

Τόσες διαφορετικές τεχνοτροπίες, τόσες επιλογές. «Διαλέγω τα χρώματα, όπως ο προπονητής τους παίκτες του. Θέλω να βάλω γκολ. Το ποδόσφαιρο είναι μια απόδραση από την καθημερινότητα. 

Είμαι στην ομάδα της ζωγραφικής γιατί είναι η δική μου απόδραση από μια πραγματικότητα που δεν πάντα καλή εδώ», ακούς να λέει ο κατάδικος και προσπαθείς -όχι να καταλάβεις, γιατί δεν μπορείς- αλλά τουλάχιστον να αισθανθείς το κίνητρό του. 

«Είμαι εδώ από το 1997, τα ξέρω τα λημέρια. Δεν είναι πάντα έτσι ωραία όπως σήμερα. Αν πας δίπλα θα το αντιληφθείς καλά», θα πει ένας άλλος. Σαράντα-σαράντα πέντε χρονών. Μισή ζωή εκεί μέσα. 

Πώς να απαντήσεις «καταλαβαίνω»; Ωστόσο, ο καθένας σε αυτή τη ζωή αφήνει το αποτύπωμά του. 

Ο ζωγράφος το κάνει στον καμβά που αιχμαλωτίζει την κατάσταση του δημιουργού σε μία δεδομένη περίοδο της πορείας του. Αργότερα θα αφήσει ένα άλλο αποτύπωμα μέσα από κάποιο άλλο έργο του. 


Για τους φυλακισμένους συχνά η κοινωνία στέκει με πείσμα στο σημάδι που δημιούργησε μια παραβατική συμπεριφορά και η καταδίκη.

 Αν είσαι μέσα 20 χρόνια, αποκλείεται να έχεις κάνει κάτι καλό, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως δεν είσαι σε θέση να κάνεις κάτι καλύτερο. 

Υπάρχουν λόγοι για την προκατάληψη που εμποδίζει την επανένταξη. Αλλά με δράσεις όπως αυτή, περιορίζονται. 

Η κοινωνιολόγος του καταστήματος κράτησης, Γιολάντα Κωνσταντινίδου, μιλά για μια σειρά τέτοιων και τη δίψα πολλών κρατουμένων να έρθουν σε επαφή με ανθρώπους που έχουν να τους δώσουν πράγματα. 

Για το θεατρικό εργαστήρι υπό την καθοδήγηση του Στρατή Πανούριου από το Εθνικό, το μουσικό που ετοιμάζεται για συναυλία στις 22 Μαρτίου και τη συνεργασία με τη Λυρική και διάφορα άλλα. 

Μια πρόσφατη έκθεση με έργα κρατουμένων είχε τίτλο «Βάλε στο μαύρο λίγο φως και θα δεις μέσα του χιλιάδες χρώματα» και σε αυτή τη φράση κρύβεται και το νόημα της αλληλεπίδρασης εσωτερικού και εξωτερικού περιβάλλοντος σε μια φυλακή. «Εδώ μέσα είναι μαύρο, κάγκελα έχουμε.


Αλλά αν έρχονται πιο συχνά άνθρωποι σαν κι εσάς να μας ρίξουν λίγο φως, μπορούμε κι εμείς να δούμε χρώματα, να τα βάλουμε στη ζωή μας και να το βγάλουμε προς τα έξω στον κόσμο»...

Αν και μαυροντυμένος λόγω ιδιότητας, ο πατήρ Ιωάννης Σταματιάδης που εκπροσωπούσε τη Μητρόπολη Νίκαιας, καταλάβαινε πως ενώ για τον Θεό μια ειλικρινής συγγνώμη είναι αρκετή, η κοινωνία ζητά πολύ περισσότερα. «Πρέπει να βοηθήσουμε κι εμείς μέσα από το κήρυγμά μας. 

Ο κόσμος μας ακούει», παραδέχεται κι αποκαλύπτει ότι πριν βάλει το ράσο βρέθηκε -έστω και κατά λάθος αφού οι Νικαιώτες δεν συμπλήρωναν ομάδα και τον πήραν από σπόντα- να τρώει και να δίνει ξύλο με Κορυδαλλιώτες, σε κάτι που ξεκίνησε ως ποδοσφαιρικό παιχνίδι γειτονιών και κατέληξε σε κλωτσοπατινάδα. 

Ευτυχώς το ποδόσφαιρο, εκτός από πεδίο μόνιμης αντιπαράθεσης, είναι και πολλά άλλα -καλύτερα- πράγματα. 

Μέσο αλληλεγγύης και έκφρασης. Όπως τόνισε και ο Νίκος Μάλλιαρης: «Ο καθένας μπορεί να εκφράζεται. 

Πρέπει να εκφράζεται και να μην αυτοκαταπιέζεται. Όπως συμβαίνει στην μπάλα, στο γράψιμο ή στη ζωγραφική. Δεν πρέπει να νομίζει κανείς επειδή μπορεί να είναι αγράμματος ή από λαϊκά στρώματα ή εργάτης πως δεν μπορεί να εκφραστεί. 

Πρέπει να το καταπολεμήσουμε. Κι εσείς το δείχνετε μέσα από τα έργα σας. Μη φοβάσαι να κάνεις την ντρίπλα, το σουτ ή το μπάσιμο στο γήπεδο ή στη ζωή σου. Καν΄το για να σε γνωρίσουμε καλύτερα. 

Να δοκιμάσεις τις δυνάμεις σου, να σε γνωρίσουν οι συμπαίκτες και να σε διορθώσουν. 

Αυτό προσφέρει η συλλογικότητα του ποδοσφαίρου. Να εκφραζόμαστε και θα βρούμε το ταλέντο που κρύβουμε μέσα μας». 



Καθώς ο φωτογράφος Χρήστος Ζουλιάτης έπαιρνε μερικά πλάνα ακόμη, η κουβέντα έφτανε προς το τέλος της.

 Όπως ήταν φυσικό, οι παλαίμαχοι της Προοδευτικής ζήτησαν από τους κρατούμενους ρεβάνς για την «εννιάρα» του περασμένου μήνα. «Στην έδρα μας δεν χάνουμε ούτε από την Μπαρτσελόνα», απάντησε κάποιος με αυτοπεποίθηση και κάπως έτσι, μένει να κανονιστεί το επόμενο ραντεβού στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας προσέγγισης και κατανόησης.

 Δύσκολη διαδικασία αναμφίβολα. Κάποτε ο Μίκης Θεοδωράκης, με μια δόση υπερβολής, είχε πει πως το ποδόσφαιρο είναι ανώτερη μορφή τέχνης από άλλες. Γιατί εκεί δεν είσαι μόνος σου, αλλά πρέπει να κάνεις την υπέρβαση έχοντας απέναντί σου και τον αντίπαλο. 

Με έναν περίεργο τρόπο, χωρίς να το ξέρει, περιέγραφε με αυτά τα λόγια και των αγώνα κάποιων ανθρώπων στις φυλακές Κορυδαλλού και πολλών άλλων σ' όλο τον κόσμο, που παλεύουν για τη δική τους υπέρβαση έχοντας απέναντί τους σχεδόν τους πάντες. 

Πρώτα τους εαυτούς τους και μετά όλους εμάς τους άλλους.


 
Top